Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ( ΔΙΔΑΓΜΕΝΟΥ ) 2017

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΩΝ

( ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ )

Α1.
Στις άλλες δηλαδή ικανότητες, όπως ακριβώς εσύ λες, εάν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι ικανός αυλητής, ή (ικανός) σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη, στην οποία δεν είναι, τον περιγελούν ή αγανακτούν, και οι συγγενείς του τον πλησιάζουν και τον συμβουλεύουν με τη σκέψη ότι είναι τρελός˙ στη δικαιοσύνη όμως και στην άλλη πολιτική αρετή, και αν ακόμα γνωρίζουν για κάποιον ότι είναι άδικος, αν αυτός ο ίδιος λέει την αλήθεια εναντίον του εαυτού του μπροστά σε πολλούς, πράγμα το οποίο στην πρώτη περίπτωση θεωρούσαν ότι είναι σωφροσύνη, το να λέει δηλαδή κανείς την αλήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση (το θεωρούν) τρέλα, και ισχυρίζονται ότι όλοι πρέπει να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, διαφορετικά (ισχυρίζονται) ότι είναι τρελός αυτός που δεν προσποιείται ότι κατέχει τη δικαιοσύνη˙ γιατί, κατά τη γνώμη τους, είναι αναγκαίο ο καθένας να μετέχει με οποιονδήποτε τρόπο σ’ αυτή, διαφορετικά (είναι αναγκαίο) να μη συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους.

Β1.
Ο πλατωνικός Πρωταγόρας χωρίς να εισάγει νέα θέματα προς συζήτηση σε αυτή την ενότητα επιχειρεί να αποδείξει λογικά ό,τι ήδη έχει πει με τον μύθο. Χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα του Σωκράτη, συμμεριζόμενος τον προβληματισμό του, για να αποδείξει όμως το διδακτό της πολιτικής αρετής, δηλαδή το αντίθετο της σωκρατικής ρήσης ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Η τακτική του Πλάτωνα να χρησιμοποιούν οι συνομιλητές τα ίδια επιχειρήματα για να συνάγουν αντίθετα συμπεράσματα, δείχνει ότι δεν είναι εύκολη και απλή υπόθεση η συζήτηση για το διδακτό της πολιτικής αρετής. Αντίθετα, απαιτεί συστηματική εκτύλιξη της σκέψης των συνομιλητών και ερμηνευτική ευελιξία. Ειδικότερα, ακολουθώντας ο Πρωταγόρας το πρώτο επιχείρημα του Σωκράτη, που αναφερόταν στον ειδικό στη ναυπηγική και στην οικοδομική, χρησιμοποιεί την περίπτωση του αυλητή για να δείξει την καθολικότητα της πολιτικής αρετής. Ο Πρωταγόρας προβάλλει ρεαλιστικά τη συμβατική αντίληψη της αθηναϊκής κοινωνίας ότι δεν μπορεί να υπάρχει άνθρωπος (ούτε κοινωνία) χωρίς στοιχειώδη αίσθηση δικαιοσύνης, γι’ αυτό και δεν ανέχονται οι Αθηναίοι κανέναν να ομολογεί ότι είναι άδικος, ότι δηλαδή αρνείται τη δυνατότητα, το δικαίωμα και την υποχρέωση να είναι δίκαιος. Συγχρόνως, διαφαίνεται και η κοινωνική ηθική της αθηναϊκής κοινωνίας που απαιτούσε κάθε πολίτης να έχει πολιτική και κοινωνική συνείδηση που στοιχειωδώς εκδηλώνεται με κατάφαση του δικαίου. Αυτό αναγκαστικά οδηγούσε στο να υποστηρίζει κανείς, έστω με τα λόγια, ότι ήταν δίκαιος, γιατί διαφορετικά θα θεωρούνταν απειλή για τη συνοχή της κοινωνίας. Συνεπώς, ο Πρωταγόρας προβάλλει ως «τεκμήριον» για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής το συμβατικό αίσθημα δικαίου που χαρακτηρίζει την αθηναϊκή κοινωνία.
Η αποδεικτέα θέση: «να δ μ οἴῃ πατσθαι ς τ ντι γονται πάντες νθρωποι πάντα νδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε κα τς λλης πολιτικς ρετς, τόδε α λαβ τεκμήριον.» Η φράση αυτή αποτελεί την αποδεικτέα θέση για την καθολικότητα της αρετής, ότι όλοι δηλαδή οι άνθρωποι έχουν μερίδιο σ’ αυτή. Ο Σωκράτης, στο επιχείρημα για τους ειδικούς που συμβουλεύουν σε ειδικά θέματα σε αντίθεση με την πολιτική, για την οποία όλοι αδιακρίτως έχουν λόγο, αφήνει να νοηθεί ότι για την πολιτική μιλούν όλοι, γιατί ισχύει η καθολικότητα της πολιτικής αρετής ως κοινής ιδιότητας όλων των ανθρώπων. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι στα συστατικά της πολιτικής αρετής ο Πρωταγόρας προσθέτει εδώ και τη δικαιοσύνη. Στο τέλος του κεφαλαίου θα προσθέσει, επίσης, την ευσέβεια. Ο Πρωταγόρας για να αποδείξει τη θέση του για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής προβαίνει στη συγκριτική εξέταση δύο παραδειγμάτων από την αθηναϊκή κοινωνία. Το πρώτο αναφέρεται στη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στους ειδικούς σε έναν τεχνικό τομέα, εδώ σε έναν αυλητή, και το δεύτερο στη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον πολίτη και στη σχέση του με τη δικαιοσύνη. Η διαφορετική στάση της κοινής γνώμης στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι για τον Πρωταγόρα επαρκής λόγος για να πείσει τον Σωκράτη και το ακροατήριό του για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής.
Τα παραδείγματα που τεκμηριώνουν την αποδεικτέα θέση:
1ο παράδειγμα: «ν γρ τας λλαις ρετας, σπερ σ λέγεις, άν τις φ γαθς αλητς εναι, λλην ντινον τέχνην ν μή στιν, καταγελσιν χαλεπαίνουσιν, κα ο οκεοι προσιόντες νουθετοσιν ς μαινόμενον˙» Η αρετή, εδώ, δεν έχει ηθικό περιεχόμενο, αλλά αποδίδει την ικανότητα και τις γνώσεις σε έναν ειδικό τομέα. Η κοινή γνώμη των Αθηναίων, απορρίπτει αυστηρά όποιον ισχυρίζεται ότι έχει ειδικές γνώσεις, ενώ δεν έχει, δηλαδή όποιον δεν διαθέτει τη στοιχειώδη αυτογνωσία για το τι γνωρίζει και τι είναι. Όσον αφορά, λοιπόν, την ικανότητα ή τις γνώσεις σε κάποια τέχνη, επαινείται το να λέει κανείς την αλήθεια. Διαφορετικά, καταδικάζεται στη συνείδηση της κοινής γνώμης.
2ο παράδειγμα: «ν δ δικαιοσύν κα ν τ λλ πολιτικ ρετ, άν τινα κα εδσιν τι δικός στιν, ἐὰν οτος ατς καθ’ ατο τληθ λέγ ναντίον πολλν, κε σωφροσύνην γοντο εναι, τληθ λέγειν, νταθα μανίαν …». Αντίθετα, όσον αφορά τη δικαιοσύνη (και την πολιτική αρετή γενικότερα), θεωρείται σωστό το να ισχυρίζονται όλοι ότι είναι δίκαιοι, ακόμα κι αν δεν είναι. Η κοινή γνώμη αποδέχεται ότι ο καθένας είτε είναι δίκαιος είτε όχι πρέπει να υποστηρίζει ότι είναι ή να φαίνεται δίκαιος. Όποιος αποκλίνει από τη στάση αυτή, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός ως μέλος της κοινωνίας. Φαίνεται εδραιωμένη η αντίληψη ότι η κοινωνική συνύπαρξη των ανθρώπων δεν συμφωνεί με την αδικία, η οποία απειλεί με διάσπαση τη συνοχή της κοινωνίας, και ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που τουλάχιστον δεν καταφάσκει στη δικαιοσύνη. Ειδικότερα, το σκεπτικό του Πρωταγόρα μπορεί να ερμηνευθεί και ως εξής:
 α) ακόμα κι ένας άδικος είναι σε θέση να διακρίνει τη δίκαιη από την άδικη πράξη. Αυτό σημαίνει ότι έχει μέσα του κάποια στοιχεία δικαιοσύνης, που όμως δεν έχουν καλλιεργηθεί επαρκώς, ώστε να τον αποτρέψουν από τη διάπραξη της αδικίας. Άρα, δεν θα πει αλήθεια, αν ισχυριστεί ότι είναι άδικος.
 β) το να ομολογεί κάποιος δημόσια την αλήθεια, ότι δηλαδή είναι άδικος, θεωρείται παραφροσύνη, διότι: • θα υποστεί ποινές, • θα αμαυρωθεί η δημόσια εικόνα του. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θέλει να του συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Πρωταγόρας φαίνεται να διεισδύει στη νοοτροπία των ανθρώπων και να παρατηρεί ότι δεν τους ενδιαφέρει το τι πρέπει ή είναι σωστό να κάνουν, αλλά το τι τους συμφέρει να κάνουν. Επίσης, δεν τους ενδιαφέρει η πραγματική τους εικόνα (το εναι), όσο η εικόνα που συνάδει με τα προβαλλόμενα κοινωνικά πρότυπα και το κοινώς αποδεκτό σύστημα αξιών (το φαίνεσθαι). Συνεπώς, η κοινωνική ηθική και το συμβατικό αίσθημα δικαίου αφορά (και πρέπει να αφορά) όλους τους ανθρώπους, διαφορετικά θέτουν τον εαυτό τους έξω από την κοινωνία και υφίστανται ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Η άποψη του Πρωταγόρα για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής συμπληρώνεται και στηρίζεται από δύο ακόμη αιτιολογήσεις, που αποδίδονται ως σχόλια της κοινής γνώμης: α) «καφασιν πάντας δεν φάναι εναι δικαίους»: όλοι πρέπει να λένε ότι κατέχουν την πολιτική αρετή, β) «ς ναγκαον οδένα ντιν’ οχ μς γέ πως μετέχειν ατς, μ εναι ν νθρώποις.»: Είναι ανάγκη όλοι οι άνθρωποι να έχουν μερίδιο στην πολιτική αρετή και να συμμετέχουν στη δικαιοσύνη, ή έστω να αποδέχονται καταρχήν το δίκαιο, για να μπορούν να υπάρξουν κοινωνίες. « μ εναι ν νθρώποις.» Σ’ αυτό το σημείο ο Πρωταγόρας φαίνεται ότι δέχεται πως η πολιτική ιδιότητα, έστω και ως κατάφαση στην έννοια της δικαιοσύνης, είναι ειδοποιό γνώρισμα του ανθρώπου και απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι δεκτός στην πολιτική κοινωνία. Όταν και αυτό το ελάχιστο της κατάφασης στην έννοια του δικαίου λείπει από κάποιον, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί υστερεί και αποτελεί απειλή για τους ιδρυτικούς σκοπούς της πολιτικής κοινωνίας. Έτσι, σ’ αυτή την ενότητα προτείνεται αυτός να μη συγκαταλέγεται μεταξύ των ανθρώπων, δηλαδή να εξορίζεται και να του στερούνται τα πολιτικά του δικαιώματα. Από την άλλη, στην 4η ενότητα είχε προταθεί από τον Δία η θανατική ποινή («κτείνειν ς νόσον πόλεως»). Ίσως η ποινή του Πρωταγόρα να φαίνεται ηπιότερη σε σχέση με αυτή που επιβάλλει ο Δίας˙ έχουν όμως και οι δύο τον ίδιο σκοπό: να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην αρετή. Έτσι, προβάλλεται ο παιδευτικός ρόλος των νόμων. Αν, βέβαια, λάβουμε υπόψη μας τη σημασία που έχει η πόλη και η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά την εποχή αυτή, καταλαβαίνουμε πως η ποινή που αναφέρει ο Πρωταγόρας είναι ισάξια ή και αυστηρότερη από αυτή που προτείνεται από τον Δία.
«τι μν ον πάντ’ νδρα εκότως ποδέχονται περ ταύτης τς ρετς σύμβουλον δι τ γεσθαι παντ μετεναι ατς, τατα λέγω˙» Η φράση αυτή αποτελεί την κατακλείδα και το συμπέρασμα του «τεκμηρίου». Εδώ, δηλαδή, κλείνει το θέμα της καθολικότητας της πολιτικής αρετής και διατυπώνεται το συμπέρασμα. Αυτό καταδεικνύεται και από τις λέξεις ον και τατα λέγω. Επιπλέον, συνδέεται με όσα είχε πει ο Σωκράτης για τους Αθηναίους στην 1η ενότητα. Ο Πρωταγόρας, δηλαδή, από τη μια επιβεβαίωσε την άποψη του Σωκράτη ότι οι Αθηναίοι δικαιολογημένα δέχονται οποιονδήποτε για σύμβουλο σε θέματα πολιτικής αρετής και από την άλλη αιτιολόγησε την άποψη αυτή λέγοντας ότι αυτό γίνεται, επειδή πιστεύουν ότι όλοι έχουν μερίδιο στην πολιτική αρετή.
Παραδείγματα: α) Στις τέχνες: έστω ότι κάποιος δεν είναι καλός αυλητής. Θεωρείται μυαλωμένος, αν πει την αλήθεια˙ αλλιώς, θεωρείται τρελός. β) Στην αρετή-δικαιοσύνη: έστω ότι κάποιος δεν είναι δίκαιος. Θεωρείται μυαλωμένος, αν προσποιηθεί ότι είναι δίκαιος, ακόμα κι αν δεν είναι˙ αλλιώς, θεωρείται τρελός.
Φράσεις-αιτιολογήσεις, που τεκμηριώνουν την αποδεικτέα θέση: α) επειδή όλοι πρέπει να ισχυρίζονται ότι είναι δίκαιοι («καί φασιν πάντας δεν φάναι εναι δικαίους») β) επειδή είναι αναγκαίο να έχει ο καθένας μερίδιο στην πολιτική αρετή («ς ναγκαον οδένα ντιν’ οχ μς γέ πως μετέχειν ατς»)
Συμπέρασμα: όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν πως καθένας συμμετέχει στην πολιτική αρετή. («γονται πάντες νθρωποι πάντα νδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε κα τς λλης πολιτικς ρετς»).

Β2.
 Το δεύτερο εμπειρικό παράδειγμα του Πρωταγόρα αναφέρεται στην περίπτωση της δικαιοσύνης και της άλλης πολιτικής αρετής. Συγκεκριμένα αν κάποιος είναι άδικος και το παραδέχεται ενώπιον όλων, οι άλλοι δεν τον θεωρούν σώφρονα, όπως στις άλλες τέχνες (ο εκεί) αλλά τρελό (ἐνταύθα μανίαν), ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι λέει την αλήθεια. Το παράδοξο μάλιστα είναι πως αν κάποιος δεν είναι δίκαιος και προσποιείται ότι είναι θεωρείται λογικός. Και ισχυρίζονται προσθέτει ο Πρωταγόρας ότι όλοι πρέπει να λένε ότι είναι δίκαιοι είτε είναι είτε όχι (ἐάντε ωσι, ἐάντε μη). Η στάση αυτή αιτιολογείται από το γεγονός ότι η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι αδιανόητη, αν δεν διαθέτουν όλοι την πολιτική αρετή. Γι αυτό και αν κάποιος στερείται τη σωφροσύνη ή τη δικαιοσύνη, την αρετή του πολίτη γενικά, πρέπει να υποκρίνεται ότι τις κατέχει. Εξάλλου πώς είναι δυνατόν να μην την κατέχει, αφού ο Δίας τη μοίρασε σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Κι αφού όρισε ως τιμωρία τη θανατική ποινή, πώς είναι δυνατόν ένας λογικός να παραδέχεται ότι δεν την κατέχει; Άλλωστε η συνύπαρξη των ανθρώπων δεν είναι εφικτή χωρίς την πολιτική αρετή. Όταν δεν την είχαν, αλληλοσπαράσσονταν από τα άγρια θηρία. Όποιος δεν προσποιείται ότι κατέχει την πολιτική αρετή δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Ο Πρωταγόρας με το να χαρακτηρίζει τρελό αυτόν που επιλέγει συνειδητά την άδικη συμπεριφορά μας προδιαθέτει για τη σημασία της διδασκαλίας που θα αναφέρει στη συνέχεια. Κι αυτό διότι μπορεί κάποιος με την επιμέλεια, τη διδαχή και την άσκηση να καλλιεργήσει τη δίκαιη συμπεριφορά και να αποφύγει τη διάπραξη άδικων πράξεων.

Β3.

Ο Σωκράτης αναλύοντας την επιχειρηματολογία του περί πολιτικής αρετής  αναφέρει:
1ο επιχείρημα: Οι Αθηναίοι που είναι σοφοί και επομένως η άποψή τους έχει βαρύνουσα σημασία αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα σε κάθε συμπολίτη τους να δίνει στην Εκκλησία του Δήμου συμβουλές ειδικά σε ζητήματα πολιτικά, χωρίς να έχει διδαχθεί από πουθενά αυτό το πράγμα και χωρίς να έχει δάσκαλο, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής. Όταν όμως γίνεται λόγος για κάποιο τεχνικό ζήτημα, δέχονται τις απόψεις μόνο των ειδικών-όσων έχουν εξειδικευμένες γνώσεις, που τις έχουν διδαχτεί. Επομένως, με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται ότι όλοι διαθέτουν την πολιτική αρετή, χωρίς να την έχουν ποτέ διδαχθεί από κανέναν. Άρα οι Αθηναίοι δεν θεωρούν ότι το πράγμα αυτό είναι κάτι που διδάσκεται.
Στηριγμένος στα πιο πάνω παραδείγματα ο Σωκράτης επαγωγικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Αθηναίοι πιστεύουν –αξιοποιώντας την παρρησία και την ισηγορία- πως η πολιτική τέχνη δεν είναι κάτι που διδάσκεται. Και επειδή είχε πει αρχικά ότι οι Αθηναίοι θεωρούνται σοφοί από όλους ο Σωκράτης υπονοεί πως η πεποίθησή τους ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται πρέπει να είναι σωστή.
Στο τέλος της ενότητας, ο Σωκράτης ζητά ευγενικά και με τον πρέποντα σεβασμό από τον Πρωταγόρα να αναπτύξει τις δικές του απόψεις. Ο σοφιστής δέχεται να το κάνει ακολουθώντας την πρώτη του μέθοδο, τον μύθο.
Ο Πρωταγόρας περνώντας στο επιμύθιο επαναλαμβάνει τη θέση που υποστήριξε ο Σωκράτης στην 1η ενότητα του βιβλίου και φαίνεται να τη δέχεται, αλλά να την ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τον μύθο είναι τα εξής:
α) Το ότι όλοι οι Αθηναίοι έχουν την πολιτική αρετή, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν διδάσκεται, όπως υποστήριξε ο Σωκράτης, αλλά ότι είναι αναγκαία η ύπαρξή της για την οργάνωση κοινωνιών, β) Ο Πρωταγόρας δέχεται και αιτιολογεί την καθολικότητα και την αναγκαιότητα της πολιτικής αρετής, και σε αυτή τη βάση στηρίζει το διδακτό της αρετής. γ) Τα επιχειρήματα του Πρωταγόρα για το διδακτό της πολιτικής αρετής που συνάγονται από τον μύθο και τα κεφαλαιοποιεί στο επιμύθιο είναι τα εξής:
1) Οι τεχνικές γνώσεις δεν δόθηκαν σε όλους τους ανθρώπους και γι' αυτό ένας που κατέχει μία τέχνη, πχ. την αρχιτεκτονική ή την ιατρική, μπορεί να καλύψει πολλούς ιδιώτες. Έτσι αιτιολογείται γιατί οι Αθηναίοι επιτρέπουν μόνο σε ειδικούς να εκφέρουν γνώμη για ζητήματα τεχνικής ειδίκευσης.
2) Άποψη του Πρωταγόρα είναι ότι η πολιτική αρετή δόθηκε στον άνθρωπο σ’ ένα μεταγενέστερο στάδιο και όχι από την αρχή της δημιουργίας του. Αυτές τις δύο αξίες τις διαθέτει ο άνθρωπος ως ηθικές καταβολές και προδιάθεση. Για να γίνουν όμως κτήμα του και να φτάσει στην πλήρη κατάκτηση της πολιτικής αρετής πρέπει να καταβάλει προσπάθεια και αγώνα. Ο άνθρωπος δεν γεννιέται, αλλά γίνεται κάτοχος της πολιτικής αρετής μέσα από μαθητεία σε αυτήν, δηλαδή με διδαχή και προσπάθεια. Σ’ αυτό θα συντελέσουν οι φορείς αγωγής αλλά και οι νόμοι με τις ποινές και τις κυρώσεις τους («π πάντας,»… «κα πάντες μετεχόντων»… κτείνειν ς νόσον πόλεως.»). Την άποψη αυτή θα επιχειρήσει να αποδείξει στις επόμενες ενότητες, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.

Β4.
α. Σ
β. Λ
γ. Σ
δ. Σ
ε. Λ

Β5. α.
ἴωσιν                   - εισιτήριο
δεῖ                       -ένδεια
ἀνέχονται         - έξη
εἰδῶσιν            -συνείδηση

Β5. β.
Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με το χάρισμα του  έναρθρου λόγου
Κατά τον μύθο ο Ηρακλής έπρεπε να επιλέξει το δρόμο της αρετής ή της κακίας

Ήταν ένας άνθρωπος που με το δημιουργικό του πνεύμα χάραξε νέους δρόμους στην επιστήμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου